Μ. Ασία 1922 ο δρόμος για την προσφυγιά

 Μ. Ασία ο δρόμος για την προσφυγιά

Αρχές Φθινοπώρου ήταν. Πήγε κάποιος έμπορος από την Πέργαμο στο *Σαλιχλί και τους είπε ότι:

«…Έλειψαν πολλοί Αρμένηδες γείτονες και φίλοι,  εξορίστηκαν και χάθηκαν. Πάλι τίποτα  δεν υποψιαστήκαμε για τα μελλούμενα πάθη. Νομίζαμε ότι απελευθερωθήκαμε  οριστικά, από το τάγμα των Κρητικών. Όμως εκεί που δεν το περιμέναμε όρμησαν Τσέτες και ταγκαλάκια (άτακτοι) από τα γύρω βουνά και τους κατακρεούργησαν, έπαθε μεγάλη σφαγή  το ελληνικό απόσπασμα, αρκετοί οι παραμορφωμένοι νεκροί».

«Είναι σοβαρά τα πράγματα με αυτούς τους καταραμένους. Πάει να πει, να ετοιμαζόμαστε για φευγάλα από τα σπίτια μας;» Ρωτάει η Χαραλάμπης και όλοι οι γύρω του ανήσυχοι περιμένουν την απάντηση.

«Το ρωτάς; Εγώ ήρθα να πω σε συγγενείς μου να ετοιμαστούν να φύγουν. Σας το λέω και εσάς. Μαζέψτε ότι μπορείτε να πάρετε και προχωρήστε από τώρα για την Σμύρνη, θα γίνει σφαγή, το έμαθα από έναν Έλληνα μεγαλέμπορο της Κωνσταντινούπολης, φίλο του Κεμάλ. Άντε να έχετε καλή τύχη».

«Καλή τύχη να έχεις κι εσύ, καλό δρόμο!».

Σε λίγες μέρες ήταν έτοιμοι να φύγουν οι Έλληνες που έμαθαν με μεγάλη μυστικότητα το μαντάτο, στο Σαλιχλί και ήρθαν τα θλιβερά νέα ότι ο στρατός υποχωρεί και όπου νάνε θα φτάσει εκεί με άτακτη υποχώρηση. Οι Τούρκοι στο Σαλιχλί, δεν ήταν κακοί αλλά καλό ήταν να μην μαθαίνουν όλες τις κινήσεις προετοιμασίας που έκαναν οι Χριστιανοί

        Ο παππούς καθισμένος στην άκρη της αυλής έβλεπε τα εγγόνια να παίζουν αφημένος στις σκέψεις του, ώσπου ήρθε στο σπίτι ο Γιώργης αλαφιασμένος να ενημερώσει ότι είναι αλήθεια οι οπισθοχώρηση και οι Τσέτες με τους άτακτους σκοτώνουν όποιον Χριστιανό βρουν, παίρνουν γυναίκες και άντρες αιχμαλώτους και τους βασανίζουν άγρια.

 Ήταν Φθινόπωρο, έβλεπαν αντίθετο σκηνικό τώρα πια, οι Έλληνες να κάνουν άτακτη οπισθοχώρηση με σκισμένες αρβύλες, λειωμένα ρούχα, νηστικοί και διψασμένοι, βρώμικοι, γεμάτοι ψείρες! 

Μία μικρή ομάδα τεσσάρων Ελλήνων στρατιωτών και έναν λοχία σε άθλιο χάλι, ερχόταν επιφυλακτικά και με τα όπλα παρατεταμένα, έτοιμοι να πυροβολήσουν. Τους είδαν από το μικρό παράθυρο και βγήκε ο Γιώργης από το σπίτι. Στην γωνία του σπιτιού κρυμμένος άφησε να φανεί ένα λευκό μαντήλι δεμένο στο μπαστούνι του παππού!

 «Εδώ πατριώτες… μην έχετε φόβο ελάτε όμως κρυφά και μη φωνάζετε, αν σας δουν οι Τσέτες, θα μας σκοτώσουν κι εμάς…». Δεν έπρεπε να ακουστεί ούτε φωνή ούτε ντουφεκιά διότι αλίμονό τους. Όλοι οι άτακτοι μουσουλμάνοι είχαν όπλα και ήταν πολύ αγριεμένοι, ιδιαίτερα αυτοί οι καταραμένοι Τσέτες.

Με κάθε επιφύλαξη ήρθαν οι ταλαιπωρημένοι στρατιώτες, αφού πρώτα έλεγξαν τον χώρο! Ζήτησαν πρώτα αν είχαν να τους δώσουν σφαίρες, ψωμί και νερό. Είχαν σφαίρες κρυμμένες από Μάνλιχερ και τους έδωσαν, επίσης νερό και ψωμί.  Μπήκαν οι δύο στρατιώτες κι ο λοχίας μέσα, έτρωγαν λαίμαργα και έπιναν νερό συνέχεια από το ασκί, κοιτώντας προσεκτικά από τα παράθυρα με τα όπλα στα χέρια. Οι άλλοι δυο είχαν μείνει απέξω σαν σκοποί στις δύο γωνίες ανάμεσα σε κλαδιά του κήπου! Ο γιός του παππού ο Γιώργης  πρόσεξε πως ο ένας στρατιώτης,  που μάλλον ήταν συνομήλικος του, φορούσε μία αρβύλα μεγαλύτερη από την άλλη, μελαγχόλησε. Κατάλαβε ότι έπαιρναν από τους σκοτωμένους συναδέλφους τους  ό,τι χρειάζονταν. Έπιασε για λίγο κουβέντα μαζί του και τον ρώτησε από ποιο μέρος της Ελλάδας ήταν.

 «Από την Ήπειρο είμαι, αν έχεις ακουστά» του είπε ο στρατιώτης.

«Έχω ακουστά» του είπε ο Γιώργης. 

Δεν παραπονιόταν για το μαύρο τους το χάλι, όμως ήταν πολύ θυμωμένοι που έφτασαν ως έξω από την Άγκυρα και ηττήθηκαν. Στενοχωρημένοι που έχασαν τόσους και ανήσυχοι αν θα φτάσουν στα πλοία και γεμάτοι αγωνία αν θα πήγαιναν ποτέ στα σπίτια τους. Εκεί στο Σαλιχλί είχαν νικήσει πριν κάνα δυο μήνες τους Τούρκους, ήταν η τελευταία νίκη του στρατού μας. Τώρα όμως δεν είναι ώρα για σκέψεις, πρέπει να πάνε να ενωθούν με όσους απέμειναν από την μονάδα τους.  Έτσι έφυγαν βιαστικά όπως εμφανίστηκαν, ανεβαίνοντας λίγο πιο πάνω από τις παρυφές της οροσειράς αριστερά τους, η οποία καταλήγει κοντά στην Σμύρνη, αυτό είδαν σε ένα χάρτη. Από κει έχουν κάλυψη και ελπίζουν να βρουν και άλλους συναδέλφους που οπισθοχωρούν. Είχαν δρόμο για τα παράλια της Σμύρνης που θα έπαιρναν τα πλοία της επιστροφής. Αγκαλιάστηκαν, χαιρετήθηκαν και έφυγαν, ενώ η γιαγιά πίσω τους σταύρωνε για να έχουν την βοήθεια του Θεού να γυρίσουν καλά στα σπίτια τους! 

Κάθεται ο Γιώργης σε ένα σκαμνί στενοχωρημένος και σκεφτόμενος ότι πρέπει να φύγουν από το χωριό τους για πάντα. Όταν έρθει ο Τούρκικος στρατός, αν τους βρει εδώ θα τους σκοτώσει με φρικτά βασανιστήρια όπως είχαν κάνει με πολλούς πριν φτάσει ο ελληνικός στρατός. Σκυφτός όπως ήταν είδε ένα χαρτί καταγής, που είχε πέσει από έναν στρατιώτη και ήταν ένα παλιό γράμμα από το σπίτι του μέσα σε ένα τριμμένο φάκελο, το έβαλε στην τσέπη του.

Σμύρνη Αύγουστος 1922

Πριν χαράξει βγήκαν, ο μικρότερος αδερφός του Γιώργη ο Κωσταντής,  έτρεξε στην κεντρική εκκλησία του Κων/νου και της Ελένης, και πήρε μαζί του μία εικόνα του. Θα την έπαιρνε μαζί, όπου είχε η μοίρα τους να τους αφήσει το πλοίο, σε όποια γη ήταν γραφτό τους να στεριώσουν!

            Ακολούθησαν αναπάντεχες  συμφορές που μαύρισαν τις μέρες, χάθηκαν πολλές ψυχές από ταγκαλάκια και Τσέτες. Κάποιους άντρες, πρόλαβαν με τεχνάσματα και τους πήραν οι Τούρκοι αιχμαλώτους. Ορισμένοι γύρισαν, άλλους τους σκότωσαν και έμειναν άθαφτοι όπως τόσοι στρατιώτες μας!

 Μια νοσταλγία  έμεινε από το χωριό και φώλιασε στις καρδιές πίκρα και πόνος, έγινε βασανιστήριο  η δυστυχία και η απώλεια αγαπημένων προσώπων! Χανόταν για πάντα η γη των προγόνων, άδειαζε από ελληνισμό η Μικρά Ασία.

«Μάνα πήρα την εικόνα του Μ. Κων/νου και της Ελένης, την τύλιξα εδώ», λέει ο Κωνσταντής, το παλικαράκι δείχνοντας το πρόχειρο περιτύλιγμα από πανί δεμένο με σπάγκους.

«Μπράβο παιδί μου, να έχεις την βοήθειά του και να φτιάξουμε μια καινούργια εκκλησία όπου θέλει ο Θεός, εκεί που θα μας πάει το κισμέτι μας».

Ενώθηκαν πολλοί, από κάθε σπίτι, σε μεγαλύτερο σοκάκι. Προσέχοντας πολύ. Κάπου-κάπου έβλεπαν και οπισθοχωρήσαντες στρατιώτες του ελληνικού στρατού σκόρπιους και έπαιρναν λίγο κουράγιο αυτοί από τους πρόσφυγες και οι πρόσφυγες από τους οπλισμένους αλλά ταλαιπωρημένους και ψυχολογικά διαλυμένους. Με την καρδιά θρύψαλα και το μυαλό σμπαράλια, σαν κενά κουφάρια περπατούσαν ώσπου να δουν την θάλασσα της Σμύρνης. Κάποια μάνα θήλαζε το μωρό της, ενώ τον άντρα της τον είχαν πάρει οι Τούρκοι. Δεν ήξερε αν θα τον ξαναδεί ποτέ της.

Η σκιά τους χάνεται μέσα στο σκοτάδι παύει να υπάρχει, η αγωνία όμως ποτέ. Περπατούσαν ασταμάτητα έχοντας αριστερά τους, τον Νότο και τους ορεινούς όγκους, πλησιάζοντας στο Σαρτ κατευθύνθηκαν πιο αριστερά και πήγαν κάποιοι νέοι άντρες και γέμισαν τα ασκιά σε χώρο που γνώριζαν ότι υπάρχει νερό και συνέχισαν τον δρόμο αμέσως. Όσο περπατούσαν, οι παρέες των εκατό ως διακοσίων ατόμων περίπου, πύκνωναν και από μακριά φαινόταν σαν ένα μεγάλο διακοπτόμενο κομβόι. Ευτυχώς που είχαν και κάποιες βοϊδάμαξες και εναπόθεταν εκεί κάποια πράγματα και κάποιες γυναίκες με μωρά, γέροι και μικρά παιδιά ανέβαιναν στις βοϊδάμαξες για λίγο, να ξεκουράζονται με την σειρά και εναλλασσόμενοι.

Ο Κωσταντής είχε αφήσει την εικόνα σε μία άμαξα και πήγαινε κοντά στον παππού του μήπως χρειαστεί κάποια βοήθεια, μαζί με κάποια ξαδέρφια του. Ο Γιώργης με τους νέους άντρες της ηλικίας του κοιτούσαν με αγωνία προς όλες τις πλευρές μήπως εμφανιστούν τίποτε Τσέτες. Μικρές οι πιθανότητες αλλά πολύ μεγάλος ο κίνδυνος αν εμφανίζονταν αυτά τη κτήνη. Οι Τούρκοι κάτοικοι δεν θα τους έκαναν κακό.

Με μικρές στάσεις για να πάρουν ανάσα, κοντά σε χωριά, να πάρουν νερό και να φάνε κάτι από αυτά που είχαν πάρει μαζί τους, έφτασαν με το νύχτωμα κοντά στο Τουργκουτλού, θα είχαν περπατήσει κοντά στα 40 χιλιόμετρα και πλησίασαν αριστερά στις παρυφές των βουνών. Να λουφάξουν σε απάνεμο μέρος αλλά κυρίως να μη γίνονται στόχος από εχθρικά μάτια. Άφησαν τα δυο-τρία βόδια που είχαν για τις άμαξες να βοσκήσουν και έβαλαν τα ταλαιπωρημένα παιδιά να κοιμηθούν.

 

Ο Χαραλάμπης, πήρε και τους άλλους δυο – τρεις, που είχαν κι αυτοί βοϊδάμαξες για να μιλήσουν μεταξύ τους και να συνεννοηθούν, όταν φτάσουν τι θα αποκάνουν με τα βόδια και τις άμαξες.

 «Ξέρω κάτι Τούρκους πριν φτάσουμε στην Σμύρνη, στο Ιστικλαλ, έναν τον ξέρεις κι εσύ Πέτρο, τον Χασάν. Θα πάμε να τους βρούμε αμέσως φτάσουμε εκεί, για να πουλήσουμε το βόδια και τις άμαξες. Κρίμα να τα αφήσουμε στους δρόμους. Καλύτερα να τα πουλήσουμε μισοτιμής», είπε ο Χαραλάμπης.

«Ναι από κει θα είμαστε 4 ώρες δρόμο για την Σμύρνη»  και χωρίς άλλη κουβέντα  συμφώνησαν όλοι και γύρισαν στους άλλους! 

Δίπλα – δίπλα οι κουρασμένες οικογένειες να φροντίζουν οι πιο ικανοί, τους μεγάλους και τα παιδιά. Πριν χαράξει έπρεπε να φύγουν, αν ήθελε ο Θεός και δεν δεχόταν κάποια επίθεση. Το τελευταίο δεν ήθελαν ούτε να το σκέφτονται, ήταν γνωστή η αγριότητα αυτών… Βαριές οι καρδιές μαυρισμένη η ψυχή τους, κουρασμένα τα σώματα, τους πήρε γρήγορα ο ύπνος. Και πάλι πριν χαράξει θα πρέπει να έχουν ξεκινήσει, γιατί μια μικρή καθυστέρηση μπορεί να σήμαινε ακόμη και αφανισμό όλων και μάλιστα με οικτρά βασανιστήρια.

Ξυπνάει πρώτος ο Χαραλάμπης πριν χαράξει, ξυπνάει και τους άλλους δυο-τρεις που είχαν βόδια, για να τα ζέψουν στις βοϊδάμαξες. Ο ένας μετά τον άλλο ξύπνησαν όλοι και άρχισαν να ετοιμάζονται και πολύ σύντομα και αθόρυβα, βγήκαν στον δρόμο για την επόμενη στάση, μετά από 10 ώρες τουλάχιστον ποδαρόδρομο, από το Τουργκουτλού, να φτάσουν στο Ιστικλάλ. Είναι κάμπος ο δρόμος, με κάτι ρέματα μόνο. Νύχτωνε όταν έφτασαν και πήγαν οι άντρες να πουλήσουν τα βόδια με τις άμαξες. Ούτε τα μισά δεν τους έδωσαν οι Τούρκοι για τα βόδια και δεν τους έδωσαν τίποτε γα τις άμαξες. Τους βρήκαν όμως έναν αχυρώνα για να κοιμηθούν. Έβαλαν μέσα τις γυναίκες και τα παιδιά και οι άντρες ξάπλωσαν απέξω στο υπόστεγο. 

Πριν χαράξει σηκώθηκαν, πήραν τα πιο απαραίτητα, αφήνοντας στο σπίτι που τους φιλοξένησαν στις αποθήκες  κάτι στρωσίδια και άλλα, για να φτάσουν όσο πιο γρήγορα μπορούν στην Σμύρνη. Να μπουν γρήγορα σε καράβια για την Ελλάδα, έμαθαν περίεργα πράγματα από τους Τούρκους φίλους τους εδώ. Ευτυχώς από το Ιστικλάλ έχουν να διανύσουν μόνο κατηφορικό δρόμο και η κούραση δεν θα είναι τόσο εξοντωτική, όμως οι νέοι και δυνατοί βοηθούν τους γέροντες, και τα μικρά παιδιά. Όσο πλησιάζουν στην Σμύρνη συναντούν πολύ κόσμο να κατευθύνεται σαν χείμαρρος προς την ακτή και προσέχουν να είναι κοντά μεταξύ τους. Πρώτες απογευματινές ώρες πλησιάζουν προς την ακτή ενώ ο καιρός είναι βαριά  συννεφιασμένος, κάνουν ότι κάνουν όλοι όσοι πάνε προς τα πλοία σε φάλαγγες πλέον. Αγρίεψε το μάτι τους, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης τους κατευθύνει, γρήγορα μαθαίνουν ότι πρέπει να αγωνιστούν με όλες τις δυνάμεις για να μην διασπαστούν και να πάνε όλοι μαζί σε κάποιο καράβι. Η βία ακολουθούσε και οι πληροφορίες ήδη έφταναν γρηγορότερα ενώ το κακό δεν έπρεπε να τους προλάβει στην στεριά.

Μέσα σε ένα χάος και σε απερίγραπτες σκηνές πίκρας, οδύνης και βίας μετά από πολλές ώρες κατάφεραν να φτάσουν στην πόρτα του πλοίου που τους παράσυραν και άλλοι μαζί. Χάθηκαν με τους υπόλοιπους που έμειναν πιο πίσω αλλά δεν είχαν καιρό για πισωγύρισμα, πίσω ερχόταν ο θάνατος, η ίδια η κόλαση.

Ο Χαραλάμπης και ο Πέτρος με τα παιδιά σφιχτά από τα χέρια και οι γυναίκες τους να κρατιούνται από τα ζωνάρια τους για να μη χαθούν, από πίσω ο Κωνσταντής με την εικόνα στο ένα χέρι και τον πατέρα από το άλλο. Ο αδερφός του ο Γιώργης με το μικρό του γιο αγκαλιά και η γυναίκα του να κρατιέται όπως και οι άλλες από αυτόν. Και ακολουθούσαν έτσι και οι άλλοι, όσοι μπόρεσαν να ακολουθήσουν στο ίδιο πλοίο. Κατάφεραν να μπουν μέσα από την πόρτα, νομίζουν πως ονειρεύονται, μάλλον θα σωθούν…!

Σε λίγο είχαν πιάσει όλοι κάποια γωνιά μαζί και είχαν την πολυτέλεια να κοιτάζουν έξω! Η πίεση και η αγωνία, η κούραση και ο πόνος ξέσπασαν από άλλους σε κραυγές οδύνης, σε άλλους με λυγμούς και δάκρυα. Δεν έμεινε πια τίποτε από όλη την ζωή τους, στο χωριό τους, απολύτως τίποτε, μόνο ίσως κάποια κρυφή ελπίδα… Πού ξέρεις αν ποτέ…! Το καράβι γέμιζε θαρρείς θα βουλιάξει, δεν χωράει πια ούτε βελόνα και πρέπει να φύγει βιαστικό, πρέπει να ξανάρθει να σώσει την προσφυγιά!

Χάθηκαν στις ώρες του ταξιδιού ενώ νύχτωνε και στων κυμάτων το δαιμονικό. Έξω κλιμακώνονταν οι σφαγές και οι αγριότητες από αιμοδιψείς Τσέτες και άτακτους κυρίως.

 «Να είναι καλά εκείνος ο έμπορος από την Πέργαμο, μας έδωσε γρήγορα πληροφορίες και φύγαμε πολύ νωρίς. Αλίμονο σε όσους έρχονται τώρα…» 

Το πλοίο είχε ανεβάσει την πόρτα και σήκωνε την άγκυρα ξεκινώντας, αφήνοντας πίσω την ιστορία να κάνει με φωτιά καπνούς, ουρλιαχτά και αίμα φιμώνουν και την ίδια την περιγραφή…

Κλάματα παιδιών, αναστεναγμοί μανάδων, βογγητά κάποιων που ψηνόταν στον πυρετό και γοερές κραυγές δυο οργιές πιο πέρα, κάποιος κοιτούσε τον αδερφό του να πεθαίνει, είναι μια σκηνή που και ο πιο δυνατός  ράγισε και ο πιο σκληρός δεν μπόρεσε να κρατήσει ένα δάκρυ, παρά κρύφτηκε σε μία άκρη του πλοίου στο μισοσκόταδο, για να το σκουπίσει. Άλλοι σταυροκοπιούνται από τον φόβο μην βουλιάξει και έτσι  συνεχιζόταν η Οδύσσεια για την Ελλάδα!

Οι ψείρες στα κεφάλια τους έγιναν μαρτύριο, έλπιζαν μόνο στο νερό γα να ανακουφιστούν, ζήτησαν κάποιοι λίγο πετρέλαιο και τους έδωσαν, πρωτίστως για τα παιδιά που έκλαιγαν. 

    Το πλοίο μετά από Οδύσσεια λίγων ημερών, έφτασε στον Πειραιά και οι εξουθενωμένοι και άρρωστοι πρόσφυγες, αποβιβάστηκαν στην προβλήτα. Υπήρχαν κι άλλοι στο λιμάνι που είχαν έρθει από τους πρώτους. Κατέβηκαν και τούτοι και κοιτούσαν να βρεθούν με τους δικούς τους!     «Γιώργηη... Γιώργηη…!» Ακούστηκε μια φωνή από εκεί κοντά. Ήταν κάποιοι στρατιώτες! Ξεχώρισε ο Γιώργης τον Περικλή από τους στρατιώτες… ήρθε και έπεσε στην αγκαλιά του.

«Σωθήκατε όλοι Περικλή; Πού είναι ο λοχίας;» Ρώτησε αμέσως ο Γιώργης.

«Μας κατάλαβαν κάποιοι Τσέτες με κάτι κοντά άλογα στα βουνά και ήρθαν κατά πάνω μας. Σκοτώθηκε ο οπλίτης Ματούφας, τραυματίστηκε ο λοχίας στον μηρό άσχημα, του το δέσαμε με κομμάτια από τα ρούχα μας, έχανε πολύ αίμα και στον αριστερό του ώμο. “Φύγετε να προλάβετε την διμοιρία”  μας είπε, τους καθυστερώ εγώ τους Τούρκους του κερατά…».

Κράτησε πολλές σφαίρες και το Μάλινχερ του Ματούφα και κοίταξε το πιστόλι του.

            «Έχει τρεις σφαίρες ακόμα, μου φτάνει και μία, δεν θα με πιάσουν ζωντανό», μας είπε.

            Θέλαμε να τον πάρουμε στην πλάτη μας, να μη τον παρατήσουμε εκεί. Αγρίεψε…

”Σας διατάζω να τσακιστείτε να φύγετε για να μη σας ρίξω…”,  μας είπε αγριεμένος!

«Πρώτη φορά μας έλεγε: “Σας διατάσσω”, από τότε που κάναμε την μεγάλη επίθεση… πρώτη και τελευταία».

“Βοηθείστε με να ταμπουρωθώ στον βράχο, με το ντουφέκι και τις σφαίρες!”  

Ήταν καθαρός ο τόπος εκεί όπου θα έρχονταν οι Τσέτες και από πάνω τους ο βράχος που ταμπουρώθηκε. Είχε και δύο  χειροβομβίδες και το δεξί του χέρι δυνατό.

            «Γυρίζοντας σε εμένα είπε: 

    “Πάρε αυτά, να τα δώσεις στην μάνα μου και να της πεις ότι έκανα το καθήκον μου όπως έπρεπε και ότι τους αγαπάω όλους. Και σας ορέ παλικάρια, λυπάμαι που δεν θα σας ξαναδώ!”  Τον αγκαλιάσαμε ένας- ένας και καθώς άρχισαν να ανηφορίζουν από την ρεματιά οι εχθροί, κάναμε στον σταυρό και φύγαμε τρέχοντας να προλάβουμε την διμοιρία στην ανήλιαγη πλαγιά που συνεχιζόταν μπροστά μας προς την Σμύρνη. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και ο λοχίας μας, άνοιξε πυρ με τους καταραμένους εχθρούς μας!»

            «Στο σπίτι μου σου είχε πέσει αυτό Περικλή…».  Βγάζει ο Γιώργης το γράμμα που είχε πέσει από την τσέπη του Περικλή στο σπίτι του, στο Σαλιχλί και του το δίνει, ταυτόχρονα μελαγχολεί αμέσως θυμάται το σπίτι του, σκούπισε βιαστικά ένα δάκρυ, να μην το δουν οι άλλοι!

            «Αμέσως στεριώσεις στην “καινούργια Πατρίδα” θα μου γράψεις Γιώργη ή θα πάρεις τον Κωσταντή και θάρθεις στην Ήπειρο, άκουσες Κωσταντή;». Και  επιστρέφει τον φάκελο στον Γιώργη,  ο οποίος  έγραφε το όνομα του πατέρα του Περικλή ως αποστολέα και την διεύθυνση του.

Ο Κωνσταντής τα άκουγε όλα αμίλητος κρατώντας την τυλιγμένη εικόνα πάντα στα χέρια του. Στο καινούργιο τους χωριό θα έκαναν την εκκλησία του «Κωνσταντίνου και της Ελένης», και την εικόνα που έφεραν από την Μ. Ασία θα την έχουν σε περίοπτη θέση!

Οι πρόσφυγές μας βασανίστηκαν, κακοκοιμήθηκαν, πείνασαν, μεγάλη συμφορά έπαθαν. Ποιος δεν έκλαψε για νεκρούς; Ποιος δεν κακοπάθησε και δεν κλαίει ακόμα; Μονάχα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ, τα ακούν σαν ψεύτικα παραμύθια…!

Όμως κι εδώ, στην έρμη τούτη πατρίδα, δεν είχαν σταματήσει ποτέ οι πόλεμοι και αυτόν τον λαό τον ακολουθεί η μοίρα να πληρώνει με θυσίες και αίμα δύο δράμια ελευθερίας,  ακολουθεί πάντα η φτώχια, η μεγάλη, πείνα, η δυστυχία, ο θάνατος, κανείς δεν είχε την πολυτέλεια της επάρκειας προϊόντων. Ποτέ δεν του έδωσε κανένας ένα κεραμίδι, μια μπουκιά ψωμί. Πέρασε από το αρματολίκι στην επανάσταση του ’21, κι άλλα 100 χρόνια για να απελευθερωθεί το υπόλοιπο κομμάτι μέχρι και τους Βαλκανικούς πολέμους. Πείνα δυστυχία, πόλεμοι και θάνατος, σε όλα τα χρόνια μαύρα του πένθους. Λευτερώθηκε μόνος του και είπε να λευτερώσει και τα αδέρφια της Μικράς Ασίας.  Και μετά ήρθε το ’40 με όλα  τα δεινά που ακολούθησαν και τότε…

Όμως πώς να το καταλάβει τούτος ο πρόσφυγας λαός, ο κατατρεγμένος και ξεσπιτωμένος;  Ίσως με τα χρόνια το καταλάβει όταν επουλωθούν ο πληγές του. 

*Η μάχη του Σαλιχλί (23 Αυγούστου 1922) ήταν η τελευταία νικηφόρα του ελληνικού στρατού στην Μ. Ασία.

Σωτήρης Λ. Δημητρίου


 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ , ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΓΑΣ 1940-1945

Το ελληνικό αλφάβητο, δεν προέρχεται από τους Φοίνικες και τους ανύπαρκτους «Ινδοευρωπαίους

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑΣ - Igoumenitsa Greece, history